glaukwma-matiwn

Παθολογία του Οφθαλμικού Γλαυκώματος

Το γλαύκωμα (glaucoma) ανήκει σε μια ομάδα οφθαλμικών παθήσεων που σχετίζονται με την προοδευτική βλάβη του οπτικού νεύρου.  Αποτελεί μια μη αναστρέψιμη οφθαλμική βλάβη, της οποίας η μη έγκαιρη και έγκυρη διάγνωση μπορεί να οδηγήσει και στην ολική τύφλωση. Ο οφθαλμός παράγει το υδατοειδές υγρό, το οποίο αποχετεύεται από τη φλεβική κυκλοφορία. Όταν παρουσιαστούν εμπόδια σε αυτή την απαγωγή ο όγκος του υγρού αυξάνεται με αποτέλεσμα την εντονότερη πίεση των τοιχωμάτων του οφθαλμού.

Η αύξηση της ενδοφθάλμιας πίεσης  προκαλεί τη βαθμιαία βλάβη του οπτικού νεύρου με αποτέλεσμα τη μείωση της ευαισθησίας των γαγγλιακών κυττάρων και την τελική καταστροφή αυτού.

Παράγοντες Κινδύνου

Η εξέλιξη της ασθένειας είναι συνήθως αργή για αυτό χαρακτηρίζεται και ως <<σιωπηλή νόσος>> μιας και το γλαύκωμα στα αρχικά του στάδια είναι ασυμπτωματικό. Άτομα που είναι πιθανότερο να παρουσιάσουν γλαύκωμα είναι οι διαβητικοί, υπερτασικοί, μύωπες, ηλικιωμένοι, άτομα με αγγειακές παθήσεις και όσοι έχουν κληρονομική προδιάθεση.

Είναι νόσος άμεσα συνδεδεμένη με την ηλικία αφού το ποσοστό της τριπλασιάζεται σχεδόν μετά την ηλικία των 40 ετών.

Οι τύποι του γλαυκώματος διακρίνονται σε:

  • Γλαύκωμα ανοιχτής γωνίας (χρόνιο) το οποίο είναι τελείως ασυμπτωματικό για αυτό οφθαλμιατρικά χαρακτηρίζεται ως <<ύπουλο>>. Παρά τη φυσική εμφάνιση του οφθαλμού, ο ασθενής χάνει αργά αλλά σταθερά την όραση του εξαιτίας της αυξημένης αντίστασης στην απαγωγή του υδατοειδούς υγρού. Αρχικά, επηρεάζεται η περιφερειακή όραση του ασθενούς όμως μετά από ένα χρονικό διάστημα και η κεντρική του όραση μπορεί να εμφανίσει σημαντικά προβλήματα. Η μη έγκαιρη διάγνωση και αντιμετώπιση της νόσου μπορεί να οδηγήσει τον ασθενή στην ολική τύφλωση.
  • Γλαύκωμα κλειστής γωνίας (οξύ) στο οποίο η παρουσία έντονων συμπτωμάτων είναι έκδηλη, με βασικότερα την εκδήλωση πόνου, την ερυθρότητα του οφθαλμού, τη ζάλη και τη θολερή όραση.  Κυρίως σε ηλικιωμένους ασθενείς ο φακός στο μάτι μεγαλώνει, ωθώντας έτσι την ίριδα προς τα εμπρός και περιορίζοντας το διάστημα μεταξύ αυτής και του κερατοειδούς χιτώνα. Αυτή η γωνία είναι πλέον στενή και το υγρό στο μάτι μπλοκάρεται από το σύστημα απαγωγής. Συνεπώς το υγρό συσσωρεύεται και αυξάνεται η πίεση στον οφθαλμό.

Άλλοι τύποι γλαυκώματος είναι το συγγενές γλαύκωμα και αυτό της φυσιολογικής πίεσης που όμως η εμφάνιση τους είναι εξαιρετικά σπάνια.

Διάγνωση – Θεραπεία – Ιατρικός Βελονισμός

Υψηλή ενδοφθάλμια πίεση δεν σημαίνει απαραίτητα ότι ο ασθενής πάσχει από γλαύκωμα. Αρχικά ο οφθαλμίατρος αξιολογεί το ιστορικό του ασθενούς σε συνδυασμό με συγκεκριμένες διαγνωστικές εξετάσεις. Αυτές είναι η τονομέτρηση, η αξιολόγηση του οπτικού νεύρου και των οπτικών ινών και ο έλεγχος των οπτικών πεδίων (αναγνώριση του φωτός σε διαφορετικές περιοχές του αμφιβληστροειδή χιτώνα). Για την θεραπεία του γλαυκώματος ακολουθείται συχνά φαρμακευτική αγωγή με κύρια στόχευση τη μείωση της ενδοφθάλμιας πίεσης. Επίσης πραγματοποιούνται επεμβάσεις με τη χρήση Laser ή κλασικές χειρουργικές επεμβάσεις με βάση την κλινική εικόνα του ασθενούς, όταν η συντηρητική θεραπεία δεν έχει αποδώσει. Η στόχευση σε αυτές είναι η δημιουργία νέου αποχετευτικού περιβάλλοντος. Οι ασθενείς με γλαύκωμα χρειάζεται να συνεχίσουν τη θεραπεία τους για το υπόλοιπο της ζωής τους, ακόμη και μετά τη χειρουργική επέμβαση, καθώς η ασθένεια μπορεί να υποτροπιάσει ξαφνικά.

Εκτός από τη συμμόρφωση με την φαρμακευτική αγωγή, προκειμένου να διατηρηθεί φυσιολογική πίεση στα μάτια, ο Βελονισμός μπορεί να αποτελέσει πολύτιμο σύμμαχο κατά τη διάρκεια αυτής της προσπάθειας. Ο Ιατρικός Βελονισμός είναι σε θέση να συμπληρώσει την τακτική θεραπεία, να σταθεροποιήσει ακόμη περισσότερο την πίεση του ματιού και να προστατεύσει το οπτικό νεύρο από περαιτέρω βλάβες. Η επιθυμητή πίεση των ματιών μπορεί να διαφέρει από άτομο σε άτομο με βάση το ιατρικό ιστορικό του.